ἀντήρης

ἀντήρης
Grammatical information: adj.
Meaning: `set over against, opposite' (S.)
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: From ἀνταείρω `raise against'. So from *ἀντ(ι)-ᾱϜέρ-ης (cf. *ἡϜελιος \> ἤλιος). Blanc, RPh 66 (1992) 247-254.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αντήρης — ἀντήρης, ες (Α) 1. αυτός που έχει σταθεί απέναντι από κάποιον για να τον αντιμετωπίσει 2. αυτός που αντιτίθεται σε κάτι, ο εχθρικός 3. (για τόπο) εκείνος που βρίσκεται απέναντι από κάποιον άλλο …   Dictionary of Greek

  • ἀντήρης — ἀντεράω love in return imperf ind act 2nd sg (doric) ἀντήρης set over against masc/fem acc pl (attic epic doric) ἀντήρης set over against masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ἀντήρης set over against masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντήρεις — ἀντήρης set over against masc/fem acc pl ἀντήρης set over against masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντήριος — ἀντήρης set over against masc/fem/neut gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντήρη — ἀντεράω love in return imperf ind act 3rd sg (doric) ἀντήρης set over against neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀντήρης set over against masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀντήρης set over against masc/fem acc sg (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντήρα — ἀντήρᾱ , ἀντεράω love in return imperf ind act 3rd sg ἀντήρᾱ , ἀντήρης set over against neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) ἀντήρᾱ , ἀντήρης set over against masc/fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Anteros, S. — S. Anteros (Anterus, Antherius), Pap. M. (3. Jan.) Vom Griech. Αντέρως = Gegenliebe etc. oder ὰντήρης = entgegenkämpfend etc.; oder ὰνϑηρός = blühend, jugendlich etc. – Der hl. Anteros war der 20. Papst und folgte dem hl. Pontianus im Jahre 235… …   Vollständiges Heiligen-Lexikon

  • -ηρης — (I) < ΙE *ar «ταιριάζω, συνδέω», (απ όπου το αραρίσκω* «συνδέω, ταιριάζω εφοδιάζω»), με έκταση (λόγω τής συνθέσεως). Την ίδια σημασία («εφοδιασμένος με, έχων...») έχει και το ήρης (πρβλ. ξιφ ήρης, χαλκ ήρης, κ.ά.), ενώ λειτουργεί ως απλό… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.